Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα Ποίηση

ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ "ΑΓΙΟΥ ΘΩΜΑ" ΛΙΒΑΔΙ ΑΙΓΙΝΑΣ 2025

 ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ "ΑΓΙΟΥ ΘΩΜΑ" ΛΙΒΑΔΙ ΑΙΓΙΝΑΣ 2025

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ ΠΟΙΗΣΗ "ΤΕΙΧΗ"

 Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ  "ΤΕΙΧΗ"  Το ποίημα είναι του  Κ.Καβαφη , και η μουσική είναι από το hallelujah του Leonard Cohen σε εκτέλεση της καταπληκτικής  Hana Hashem.

Θ.Μ ΦΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ -Απόσπασμα από το ποίημα 'Πρώτη Μέρα´

Εικόνα
  Απόσπασμα από το ποίημα 'Πρώτη Μέρα´   ...γιατί το πρόσωπο της ανθρωπότητας σκουραίνει καθημερινά και το μαυρίζουν με βρωμισιές όσοι το κατέχουν και τρίβουνε τη μούρη τους επάνω μας ώσπου να μας κάνουνε όμοιούς τους, και μας δείχνουν για σωφρονισμό τα πτώματα εκείνων των αφελών που τους περιφρόνησαν από τον καιρό του Γολγοθά -εκείνου που είπε πως οι πλούσιοι δεν θα μπουν στον παράδεισο και κυνήγησε με το καμουτσίκι αξιοπρεπείς εμπόρους εν ώρα ενασκήσεως των καθηκόντων των ή του άλλου του μπαλσαμομένου που μας ξεγέλασε λέγοντας πως δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε  εξόν από τις αλυσίδες μας ........    

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ - Ένας γέρος

  Ένας γέρος Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος σκυμένος στο τραπέζι κάθετ' ένας γέρος· με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά. Και μες στων άθλιων γηρατειών την καταφρόνεια σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια που είχε και δύναμι, και λόγο, κ' εμορφιά. Ξέρει που γέρασε πολύ· το νοιώθει, το κυττάζει. Κ' εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει σαν χθές. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό. Και συλλογιέται η Φρόνησις πώς τον εγέλα· και πώς την εμπιστεύονταν πάντα - τι τρέλλα! - την ψεύτρα που έλεγε· «Αύριο. Εχεις πολύν καιρό.» Θυμάται ορμές που βάσταγε· και πόση χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι κάθ' ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει. ... Μα απ' το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι

Άκης Φιλιός - Της πόλης μας οι αφέντες

Εικόνα
Της πόλης μας οι αφέντες      Της πόλης μας οι αφέντες  αγαπάνε όλα τα ζωάκια  μα πιο πολύ τα γουρουνάκια.    Τα ταΐζουν, τα φροντίζουν  και ελεύθερα τα αφήνουν  στους δρόμους να περιτριγυρίζουν.    Γέμισε λοιπόν η πόλη  χοντρά και αστεία γουρουνάκια  που γρυλίζουνε στους δρόμους  χτυπώντας τις οπλές τους στα πλακάκια.    Της πόλης μας οι αφέντες  αγαπάνε όλα τα ζωάκια  ιδίως τα παπαγαλάκια.   Τα ταΐζουν, τα φροντίζουν  και ελεύθερα τα αφήνουν  στις γειτονιές να φτερουγίζουν.    Γέμισε λοιπόν η πόλη  κίτρινα μικρα παπαγαλάκια  που τιτιβίζουν στον αέρα  λόγια καθώς πρέπει και στιχάκια.    Της πόλης μας οι αφέντες  αγαπάνε όλα τα ζωάκια  μα πάνω από όλα τα αρνάκια.    Τα αρμέγουν, τα κουρεύουν  και στο μαντρί τους τα βολεύουν  νυχθημερόν να μην σαλεύουν.    Άδειασε λοιπόν η πόλη  από τα ελαφρόμυαλα αρνάκια...

Κώστας Σοφιανός -Ποίημα

  Μη  μιλάτε Ελληνικά:  να γαβγίζετε  να γρυλίζετε  να μουγκρίζετε Να μη μιλάτε καθόλου. Μη διαβάζετε Ελληνικά: να διαβάζετε τους λόγους των πολιτικών σας να διαβάζετε τα «καλέσματα» των οργανώσεών σας να διαβάζετε τον ημερήσιο και τον περιοδικό σας τύπο. Να μη διαβάζετε καθόλου.   Μη γράφετε Ελληνικά: να γράφετε την «Καθαρεύουσα» του Γενικού Επιτελείου να γράφετε την «Δημοτική» του Υπουργείου «Πολιτισμού» να γράφετε όπως γράφουν στον ημερήσιο και στον περιοδικό σας τύπο Να μη γράφετε καθόλου.  Και Μη κατεβαίνετε στη θάλασσα:  σας βλέπει κι αρρωσταίνει· γυρίζουν τα μέσα της αφρίζει ξερνάει σακκούλες σαγιονάρες σερβιέτες Ξερνάει πετρέλαιο και πίσσα Μη κατεβαίνετε στη θάλασσα κατεβείτε στο ύψος σας. Μη ανεβαίνετε στα βουνά: σάς αισθάνονται και πεθαίνουν· χάνουν τα δάση τους και τα πουλιά τους χάνουν τη δρόσο τους και τ’ άρωμά τους χάνουν τα χιόνια τους και τα νερά τους. Μη ανεβαίνετε στα βουνά ανεβείτε στα ρετιρέ σας. Μη συντηρείτε αρχαιότητες: είνα...

Οδυσσέα Ελύτη, «Το Άξιον εστί» (απόσπασμα)

 Οδυσσέα Ελύτη, «Το Άξιον εστί» (απόσπασμα) Δεν αντέχω και τα σταυροδρόμια που ήξερα έγιναν αδιέξοδα. Σελδζούκοι ροπαλοφόροι καραδοκούν. Χαγάνοι ορνεοκέφαλοι βυσσοδομούν. Σκυλοκοίτες και νεκρόσιτοι κι ερεβομανείς κοπροκρατούν το μέλλον. Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί όπου και να θολώνει ο νους σας μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Η λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα θ' αναπαύσει το πρόσωπο του μαρτυρίου με το λίγο βάμμα του γλαυκού στα χείλη.

Κωνσταντίνος Καβάφης --- «Πρόσθεσις»

Κωνσταντίνος Καβάφης --- «Πρόσθεσις»   Αν ευτυχής ή δυστυχής είμαι δεν εξετάζω. Πλην ένα πράγμα με χαράν στον νου μου πάντα βάζω — που στην μεγάλη πρόσθεσι (την πρόσθεσί των που μισώ) που έχει τόσους αριθμούς, δεν είμ’ εγώ εκεί απ’ τες πολλές μονάδες μια. Μες στ’ ολικό ποσό δεν αριθμήθηκα. Κι αυτή η χαρά μ’ αρκεί.

Μικέλης Άβλιχος -- Ερωτική επιστολή

    Ερωτική επιστολή Η χθεσινή μαζί σου τσακωμάρα μ’ έκαμε τη ζωή να βαρεθώ και μού’ ρθε και στο νου να σκοτωθώ, χωρίς ν’ ακούσω στην καρδιά τρομάρα. Κι είπα· στον τάφο δεν είναι λαχτάρα! και μέσα στην πολλή μου σαστισμάρα επήρα το ξουράφι να σφαώ και τό’ χα να το χώσω στο λαιμό, για να τελειώσει κάθε φαωμάρα μα δεν ηξαίρω πώς και τι και ποιό κι’ αντίς να κάμω τέτια αντραγαθία εβάρτηκα με μιάς να ξουριστώ… Κι εκόπασε και τούτη η τρικυμία κι’ αντίς να μ’ αγροικήσεις σκοτωμένονε θάρτω να με φιλήσεις ξουρισμένο νε !

ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ -- " ΕΜΕΙΣ ΞΕΚΙΝΗΣΑΜΕ"

 Στήσαν παγίδες     εμείς ξεκινήσαμε Απείλησαν αγάπες     εμείς ξεκινήσαμε Μάνες σκοτώσαν      εμείς ξεκινήσαμε Χτίσαν κελιά      εμείς ξεκινήσαμε Ετάισαν βασανιστές      εμείς ξεκινήσαμε Αλυσίδες αγόρασαν -- ξεκινάμε Ο Θάνατος είναι μαγνήτης.

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ [ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ 144-147]

Εικόνα
ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ 144-147       144. »Η Διχόνοια που βαστάει   ένα σκήπτρο η δολερή·     καθενός χαμογελάει,   πάρ’ το, λέγοντας, και συ.   145. »Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει   έχει αλήθεια ωραία θωριά·   μην το πιάστε, γιατί ρίχνει   εισέ δάκρυα θλιβερά.   146. »Από στόμα οπού φθονάει,   παλικάρια, ας μην ’πωθεί,   πως το χέρι σας κτυπάει   του αδελφού την κεφαλή.   147. »Μην ειπούν στο στοχασμό τους   τα ξένα έθνη αληθινά:   Εάν μισούνται ανάμεσό τους   δεν τους πρέπει ελευθερι ά.  

Κώστας Βάρναλης – Ποιήματα - Ο ΛΑΟΣ-Ο ΑΛΛΟΣ

Εικόνα
Ὁ λαός Ἔξω τοῦ ἀφέντη ἁρμάδα φυλάει, μὲ μπούκα ὀρθή, τὸ λείψανό σου, Ἑλλάδα, μὴν ξάφνου ἀναστηθεῖ! Ὁ ἄλλος Ἂν θέλεις νὰ χαρεῖς τὴ λεφτεριά, νωρὶς γίνε προδότης, γίνε! Τιμή, ντροπὴ δὲν εἶναι. Θά  ̔ναι μαζί σου οἱ νόμοι κι ἡ πλερωμένη γνώμη! Πέτα τὴν ἀνθρωπιά σου κι ἀπ ̓ τὸν ἀφέντη πιάσου! Κι ἅμα σὲ φτύνει ἀφτός, νὰ κάθεσαι σκυφτὸς καὶ θά  ̔χεις τὰ πρωτεῖα στὴ σάπια πολιτεία.

Ντίνος Χριστιανόπουλος "ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΣΙΓΗ"

Εικόνα
  ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΣΙΓΗ Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά, έναν ώμο ν' ακουμπάτε την πίκρα σας, ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας, κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας, έστω και μια φορά; είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή για τους απεγνωσμένους;

ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ (88-97) ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΝΟΣ

Εικόνα
  88. Πήγες εις το Μεσολόγγι     την ημέρα του Χριστού ,   μέρα που άνθισαν οι λόγγοι για το τέκνο του Θεού . 89. Σου ’λθε εμπρός λαμποκοπώντας   η Θρησκεία μ’ ένα σταυρό,   και το δάκτυλο κινώντας   οπού ανεί τον ουρανό, 90. σ’ αυτό, εφώναξε, το χώμα   στάσου ολόρθη, Ελευθεριά·   και φιλώντας σου το στόμα   μπαίνει μες στην εκκλησιά.   91. Εις την τράπεζα σιμώνει,   και το σύγνεφο το αχνό   γύρω γύρω της πυκνώνει   που σκορπάει το θυμιατό. 92. Αγρικάει την ψαλμωδία   οπού εδίδαξεν αυτή·   βλέπει τη φωταγωγία   στους Αγίους εμπρός χυτή 93. Ποιοί είναι αυτοί που πλησιάζουν     με πολλή ποδοβολή,   κι άρματ’, άρματα ταράζουν;   Επετάχτηκες εσύ. 94. Α! το φως που σε στολίζει,   σαν ηλίου φεγγοβολή, και μακρόθεν σπινθηρίζει,   δεν είναι, όχι, από τη γη· 95. λάμψιν έχει όλη φλογώδη   χείλος, μέτωπο, οφθαλμός·   φως το χέρι, φως το πόδι, ...

Κωνσταντίνος Καβάφης-Τείχη

Εικόνα
 Κωνσταντίνος Καβάφης Τείχη Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ μεγάλα κ' υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη. Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ. Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη· διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον. Α όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω. Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον. Ανεπαισθήτως μ' έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

ARNOLD MATTHEW- ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Εικόνα
   – Ο Μ. Arnoldt στο ποίημά του «Το μέλλον» αναφέρεται σ’ έναν ταξιδιώ­τη γεννημένο σ’ ένα πλοίο που πλέει στο κύλισμα του ποταμού του χρό­νου. Στη διάρκεια της ιστορίας, όπως το πλοίο ταξιδεύει έρμαιο κι ακυ­βέρνητο, ο ταξιδιώτης παρατηρεί πολιτείες και χώρες που δεν θα ξανά­βλεπε ποτέ, γιατί ποτέ δεν θα μπορούσε να βρει τη δύναμη να νικήσει το ρεύμα του ποταμού. Θα προχωράει όλο προς τα μπρος. Ποτέ δεν θα γυρίσει στις πηγές του ποταμού απ’ όπου ξεκίνησε. Στο τέλος θα καταλήξει μαζί με τις ελπίδες και τα όνειρά του στον άγνωστο ωκεανό:   « Καθώς η χλωμή ερημιά απλώνεται τριγύρω του... καθώς οι όχθες ξεμακραίνουν και πάνε... καθώς βγαίνουν τ’ άστρα κι ο άνεμος της νύχτας φέρνει πάνω απ’ το ποτάμι το μουρμουρητό και τ’ άρωμα της απέραντης θάλασσας... ».

ΚΑΒΑΦΗΣ - ΠΟΙΗΣΗ

Εικόνα
  Che fece... il gran rifiuto Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μιά μέρα που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Οχι να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του. Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι, όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει εκείνο τ' όχι -το σωστό- εις όλην την ζωή του.

Κωνσταντίνος Καβάφης -Κεριά

Εικόνα
      Κεριά Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ' εμπροστά μας σα μιά σειρά κεράκια αναμένα - χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια. Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν, μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων· τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη, κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά. Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των, και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι. Εμπρός κυττάζω τ' αναμένα μου κεριά. Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει, τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

Κ.Καβάφης -Ποίηση

Εικόνα
Η ψυχές των γερόντων Μες στα παληά τα σώματά των τα φθαρμένα κάθονται των γερόντων η ψυχές. Τι θλιβερές που είναι η πτωχές και πως βαρυούνται την ζωή την άθλια που τραβούνε. Πώς τρέμουν μην την χάσουνε και πώς την αγαπούνε η σαστισμένες κι αντιφατικές ψυχές, που κάθονται -κωμικοτραγικές- μες στα παληά των τα πετσιά τ' αφανισμένα.

Φαίδρος Μπαρλάς-Ποίηση

Εικόνα
  Σαν λιοντάρια Σαν λιοντάρια Εφτά χρόνια τους πολεμούσαμε. Μέρα και νύχτα – Νύχτα και μέρα, εφτά χρόνια τους πολεμούσαμε Μόνο που εκείνοι που εναντίων τους πολεμούσαμε δεν το είχανε καταλάβει πως πολεμούσαμε Τέτοια ζώα που ήτανε, Πως να το καταλάβουν